Ιστορία
H οικονομία στην προβιομηχανική εποχή |
Η γεωργία και η κτηνοτροφία υπήρξαν, κατά την προβιομηχανική περίοδο, οι κύριες οικονομικές δραστηριότητες, που συμπλήρωναν η μία τη λειτουργία της άλλης - όπως άλλωστε συνέβαινε και σε ολόκληρη τη Μεσόγειο - κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται η πλήρης εκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Η πλήρης εκμετάλλευση αυτής της σχέσης «αντιθετικής συμπληρωματικότητας», όπως έχει καθιερωθεί να ονομάζεται, ανάμεσα στη γεωργία και την κτηνοτροφία, συνέβη όταν η έγγεια ιδιοκτησία πήρε τη μορφή του τσιφλικιού και συνακόλουθα το τσελιγγάτο έγινε η βασική κτηνοτροφική μονάδα. Παραπληρωματικές της γεωργίας και της κτηνοτροφίας ήταν οι άλλες παραγωγικές δραστηριότητες που αναπτύσσονταν στην περιφέρεια, όπως η αλιεία και η εξόρυξη πετρωμάτων, αλλά και οι ανταλλαγές μέσα στα όρια και μεταξύ των οικισμών και το διαμετακομιστικό εμπόριο - που από το 17ο αι., και μετά, μαζί με τη μετατροπή της οικοτεχνικής σε βιοτεχνική παραγωγή, απόκτησαν νέα σημασία. Οι τρεις μορφές ιδιοκτησίας γης υπήρχαν στη Θεσσαλία πριν την Οθωμανική κατάσταση διατηρήθηκαν με ιδιαίτερες μορφές. Έτσι, η μεγάλη ιδιοκτησία γης διατηρήθηκε με τη μορφή των τιμαρίων. Η μικρή οικογενειακή περιούσια διασώθηκε στα Κεφαλοχώρια, ενώ υπό ιδιαίτερο καθεστώς προνομίων βρέθηκαν όσα χωριά κηρύχθηκαν Βακούφικα, δηλ.αφιερωμένα σε τουρκικά - και χριστιανικά - ευαγή ιδρύματα, και Χάσικα, δηλ.ιδιοκτησία τη σουλτανικής οικογένειας.
Τα τσιφλίκια
Η γη που δόθηκε σε μπέηδες, Οθωμανούς και χριστιανούς αποτέλεσε τη μεγάλη ιδιοκτησία στον κάμπο. Οι μπέηδες μοίρασαν τη γη στους κολίγους τσιφτσήδες (ζευγίτες).
Το τσιφλίκι, όρος που σημαίνει αρχικώς την έκταση γης που μπορούσε να οργώσει ένα ζεύγος βοδιών σε μια μέρα, συνήθως αποτελούνταν από ένα μόνο χωρίο και τη γύρω από αυτό καλλιεργήσιμη γη.
Τα κεφαλοχώρια
Οι συνοικισμοί ελεύθερων μικροϊδιοκτητών γης αποτέλεσαν τα λεγόμενα Κεφαλοχώρια. Στα ορεινά, όπου οι καλλιέργειες ήταν λιγότερο προσοδοφόρες και ο έλεγχος της κεντρικής εξουσίας πιο δύσκολος, οι Τούρκοι επέτρεψαν στους υπόδουλους τη διατήρηση της οικογενειακής ιδιοκτησίας, με αντάλλαγμα τα σταθερά έσοδα από τη φορολόγηση (ορεινές περιοχές Ελασσόνας, Αγιάς, Κάτω Ολύμπου, Όσσας).Γι'αυτό το λόγο, άλλωστε, παρατηρείται μια έντονη μετακίνηση πληθυσμών από τα πεδινά προς τα ορεινά μέρη κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας. Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα το 1881, οι Τούρκοι μπέηδες και οι Κονιάροι πούλησαν τις ιδιοκτησίες τους και αποχώρησαν από την περιοχή. Το μεγαλύτερο μέρος της γης αγοράστηκε από τους πλούσιους ομογενείς του εξωτερικού και η μικρή ιδιοκτησία χάθηκε. Οι μικροϊδιοκτήτες που επιχείρησαν να αυξήσουν τη γη τους και οι κολίγοι που προσπάθησαν να αποκτήσουν γη, έχασαν ό,τι είχαν και δεν είχαν, υποχρεώθηκαν να γίνουν, στην ουσία, εργάτες γης νοίκιαζαν τη γη των νέων μεγαλοϊδιοκτητών με όρους πολύ πιο ασύμφορους από τους όρους με τους οποίους αυτή παραχωρούνταν στους πάλαι ποτέ δουλοπάροικους και χωρίς καν τα μικροδικαιώματα που επέτρεπαν σ' εκείνους την επιβίωση. Το λεγόμενο Αγροτικό Πρόβλημα λύθηκε τελικά, μετά τις μεγάλες αγροτικές εξεγέρσεις των δύο πρώτων δεκαετιών του 20ου αι.- με κορύφωση την εξέγερση του Κιλελέρ (6/3/1910) - οι οποίες απέληξαν στην απαλλοτρίωση των τσιφλικιών, με διάταγμα που δημοσίευσε ο Νικόλαος Πλαστήρας στις 5 Μαρτίου του 1923, και τη συνακόλουθη αναδιανομή της γης στους ακτήμονες γεωργούς, μια διαδικασία που συνεχίστηκε σχεδόν μέχρι τις μέρες μας.
Τα τσελιγκάτα
Οι Σαρακατσαναίοι και οι Βλάχοι κτηνοτρόφοι οργανώθηκαν, όπως ήδη ειπώθηκε, από το 17ο τουλάχιστον αιώνα, σε τσελιγγάτα.
Το τσελιγγάτο δημιουργήθηκε από την ανάγκη συνεταιρισμού των μικρών με τους ισχυρότερους κτηνοτρόφους. Την ανάγκη αυτή επέβαλλαν διάφοροι λόγοι: οι τιμές ενοικίασης βοσκότοπων που, λόγω της μικρής τους έκτασης, κάποτε έγιναν απρόσιτες για τους μικρούς κτηνοτρόφους.
Οι ψαράδες της Κάρλας
Οι κάτοικοι των παρόχθιων οικισμών της λίμνης Κάρλας είχαν αναπτύξει έναν ιδιότυπο τρόπο ζωής που εξαρτώνταν από την κατεξοχήν ενασχόλησή τους με το ψάρεμα στα νερά της λίμνης.
Γνωρίζουμε πως οι κάτοικοι του χωριού Κανάλια έφευγαν κάθε χρόνο από τα σπίτια τους για να ψαρέψουν, μετά το Δεκαπενταύγουστο και επέστρεφαν λίγο μετά το Πάσχα. Πήγαιναν βόρεια, προς το Καλαμάκι, με τις βάρκες τους, σχηματίζοντας ομάδες από δύο έως έξι άτομα, τα «ντουκιάνα».
Οι Εβραίοι
Η εβραϊκή παρουσία στη Λάρισα μαρτυρείται από τη ρωμαϊκή και βυζαντινή εποχή. Η κοινότητα των ελληνοφώνων εβραίων ενισχύθηκε με τις διαδοχικές εγκαταστάσεις προσφύγων.
Έτσι η Λάρισα απέκτησε τους τίτλους "Madre di Israel" (Μητέρα του Ισραήλ)και "Ir Vaem beyisrael" (Μητρόπολη του Ισραήλ). Η διατήρηση της εβραϊκής συνοικίας στο βορειοδυτικό τμήμα της πόλης, καθόλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, μαρτυρά τη σταθερότητα του βίου της μεγάλης κοινότητας στην ίδια περίοδο. Κατά το 18ο αι. η κοινότητα γνώρισε μεγάλη οικονομική ευημερία - και πολλά μέλη της κοινωνική καταξίωση τέτοια, που τους επέτρεπε να φέρουν τον τιμητικό τίτλο του "τσελεμπή".
Οι Τσιγγάνοι
Οι Τσιγγάνοι αποτελούσαν μια τεχνική ομάδα, η οποία ασκούσε κυρίως τη σιδηρουργία και καλαθοπλεκτική, στις παρυφές των χωριών και των πόλεων, το εμπόριο μεταλλικών εργαλείων και σκευών, αλόγων και βοδιών το καλοκαίρι, αλλά και την τέχνη του πλανόδιου μουσικού και της επαιτείας. Η εγκατάσταση μουσουλμάνων Τουρκόγυφτων στη Λάρισα μαρτυρείται από πηγές του 19ου αι. Φαίνεται ότι η συνοικία τους κατείχε τη θέση της σημερινής συνοικίας Νέας Σμύρνης που από το 1922, ενισχύθηκε με παρουσία προσφύγων από τη Μ. Ασία και την Καππαδοκία, αλλά αποτελεί ακόμη εστία των τσιγγάνων της πόλης. Καταυλισμοί τσιγγάνων υπάρχουν σήμερα και στη Γιάννουλη. |