|
«Ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν,
το ποιο να ρίξει τη βροχή, το ποιο να ρίξει χιόνι.
Ο Κίσσαβος ρίχνει τη βροχή κι ο Όλυμπος το χιόνι.
Γυρίζει τότε ο Όλυμπος και λέγει του Κισσάβου:
- Μη με μαλώνεις, Κίσσαβε, μπρε τουρκοπατημένε,
που σε πατάει η Κονιαριά κι οι Λαρσινοί αγάδες.
Εγώ είμαι ο γέρος Όλυμπος στον κόσμο ξακουσμένος,
έχω σαράντα δυό κορφές κι εξήντα δυο βρυσούλες,
κάθε κορφή και φλάμπουρο, κάθε κλαδί και κλέφτης.
Κι όταν το παίρνει η άνοιξη κι ανοίγουν τα κλαδάκια,
γεμίζουν τα βουνά κλεφτιά και τα λαγκάδια σκλάβους.
Έχω και τον χρυσόν αϊτό, τον χρυσοπλουμισμένο,
πάνω στην πέτρα κάθεται και με τον ήλιο λέγει:
- Ήλιε μου δεν κρους τ΄ αποταχύ, μόνο κρους το μεσημέρι,
να ζεσταθούν τα νύχια μου, τα νυχοπόδαρά μου;»
(δημοτικό τραγούδι)
|