Ιστορία
Οι τελευταίοι αιώνες της τουρκοκρατίας |
Ο 17ος αι. άφησε έντονα τα ίχνη του στην πόλη της Λάρισας και τη γύρω περιοχή. Οι συνήθεις και οι γνωστές επιδημίες της χολέρας, τα θανατικά των χρονικών σημειωμάτων, οξύτατες και συχνές λόγω του νοσηρού κλίματος στα πεδινά μέρη, λιγόστεψαν δραστικά τον πληθυσμό. Οι περιστάσεις αυτές ευνόησαν τη συγκέντρωση μεγάλων εκτάσεων γης σε Τούρκους ισχυρούς παράγοντες της περιοχής και πολλοί δέχονται ότι τότε δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για τη δημιουργία των μεγάλων ιδιοκτησιών (τσιφλικιών) στον κάμπο της Λάρισας, στην περιοχή των Φαρσάλων και σε άλλες περιοχές. Σε μερικούς τόπους (Μοσχολούρι, Φάρσαλα, Τύρναβος, Αγιά) γίνονται πανηγύρια με θρησκευτικό - εμπορικό χαρακτήρα, που αποτελούσαν τους χώρους έντονης οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας. Το γεγονός αυτό, στο οποίο θα γίνει ειδική αναφορά στη συνέχεια, επηρέασε και τη Λάρισα, πόλη με ευνοϊκή και επίκαιρη γεωγραφική θέση στον άξονα Νότου - Βορρά, που ως αστικό κέντρο μπορούσε να απορροφήσει μεγάλο τμήμα της παραγωγής αυτής ή να το διακινήσει σε όλες τις εποχές του χρόνου. Από τις αρχές του 18ου αι. άλλωστε, αναφέρεται κάποια εμπορική δραστηριότητα των Εβραίων της πόλης στο τομέα των τσόχινων υφασμάτων από την Πελοπόννησο, και εμπόριο δημητριακών από ξένους. Στο σημείο αυτό η παρουσία Χριστιανών συναγωνίζεται τους Εβραίους και αποσπά μερίδιο από τα κέρδη, τα οποία εκείνοι σχεδόν απολαμβάνουν αποκλειστικά. Σταδιακά, η Ελληνική κοινότητα της Λάρισας αναπτύσσεται με την εισροή πληθυσμών από την Ήπειρο και την περιφέρεια του σημερινού νομού, χωρίς να έχουμε τη δυνατότητα να προσδιορίσουμε με σχετική ακρίβεια τη δημογραφική της κατάσταση από την έλλειψη επαρκών πηγών. Είναι πολύ διαφωτιστικές οι ειδικές μελέτες, οι σχετικές με τα σχολεία της Λάρισας, οι οποίες ήρθαν στο φως τα τελευταία χρόνια και επιβεβαιώνουν τις αποτυχημένες απόπειρες για τη σύσταση και τη λειτουργία Σχολείου κάποιου επιπέδου (1702, 1732, 1752, 1798) από τους κατά καιρούς μητροπολίτες. Ονόματα γνωστών δασκάλων δεν αναφέρονται στη Λάρισα, εκτός του Αναστασίου στις αρχές και του Λάμπρου Πάσχου στα μέσα του 18ου αι. Από τον Κούμα και άλλες μεταγενέστερες πηγές πληροφορούμαστε την έλλειψη ενός καλού σχολείου, πέραν του «τυφλοπαιδαγωγείου» των Κοινών Γραμμάτων. Κανένας δεν μπορεί να μη δικαιολογήσει μια τέτοια κατάσταση σε μια πόλη. Ενδεικτική των συνθηκών κάτω από τις οποίες ζούσε η κοινωνία των Χριστιανών της Λάρισας είναι η δεκαπενταετής αγωνιώδης προσπάθεια επανοικοδόμισης του ναού του Αγ. Αχιλλείου, μετά την πυρπόλησή του και τη κατεδάφισή του στις 12 Ιουλίου του 1769 από τους φανατικούς μουσουλμάνους. ¶ρχισε η προσπάθεια το 1779 και ευοδώθηκε μετά από 15 έτη, αφού προηγήθηκαν βαρύτατα έξοδα, με το ξαναχτίσιμό του στις ημέρες του Μητροπολίτη Διονυσίου του Καλλιάρχη (1794). Την ίδια περίοδο που η Λάρισα βρίσκεται σ' αυτή την κατάσταση στις ορεινές και ημιορεινές περιοχές της Όσσας και του Ολύμπου συντελείται το θαύμα του β' μισού του 18ου αι. Η οικοτεχνία, μετεξελίχθηκε σε μια ανθηρή βιοτεχνία, την οποία προώθησε ένα δυναμικό εμπόριο, που ανάπτυξαν κατά βάση οι Αμπελακιώτες. Οι παραδοσιακές τεχνικές, οι παραδοσιακές μορφές συνεταιρισμού, οι «συντροφιές», η ευφορία του κάμπου της Αγιάς, του Συκουρίου, το μετάξι, η φθηνή εργατική δύναμη, προσαρμόστηκαν στις ανάγκες τόσο της εσωτερικής οργάνωσης σε τοπικό επίπεδο, όσο και στις επικρατούσες στο εξωτερικό (Κεντρική Ευρώπη κυρίως) συνθήκες αγοράς, τις ανάγκες της οποίας καλούνταν να καλύψουν οι Θεσσαλικές βιοτεχνίες του Τυρνάβου, της Ραψάνης, της Αγιάς, της Τσαριτσάνης και σε υψηλότερο βαθμό των Αμπελακίων. Ανεξάρτητα από τη διαμάχη των ειδικών για τη μορφή που είχε λάβει η συνεργασία των Αμπελακιωτών(κομπανίες, κομπερατίβες, Συνεταιρισμός-ο πρώτος στον κόσμο κλπ.), θα πρέπει να σταθεί κανείς
α) στη σοφή εκμετάλλευση των παραδοσιακών τεχνικών βαφής.
β) στην εκμετάλλευση της ντόπιας παραγωγής του ριζαριού, του βαμβακιού και την επεξεργασία του.
γ) στην επιδέξια εκμετάλλευση κάποιων εξειδικευμένων απασχολήσεων στον Τύρναβο (σταμπωτά μαντήλια κλπ.), στην Αγιά (φιτιλιά, τσικμέδες, τσεβρέδες, αλατζάδες, γαϊτάνια) εκτός από την εμπορία βαμβακιού, νημάτων, λευκών και ερυθροβαφών, και
δ) στο ανθρώπινο δυναμικό που με κορυφαίους τους αμπελακιώτες στελέχωσαν συντροφίες των Αμπελακίων και της Αγιάς.
Τα Αμπελάκια έγιναν πασίγνωστα στην Ευρώπη και απέσπασαν το ενδιαφέρον πολλών περιηγητών Ελλήνων και ξένων, και ιστορικών, στους οποίους οφείλουμε πολύτιμες πληροφορίες για τις δραστηριότητες των κατοίκων και για το επίπεδο του πολιτισμού και της εκπαίδευσης.
Θα έλεγε κανείς για τις αρχές του 19ου αι. ό,τι ειπώθηκε για τις αρχές του 18ου. Μια σειρά δυσμενών συγκυριών στο χώρο της περιοχής της Λάρισας, συνοδεύουν την οικονομική κατάρρευση των συντροφιών της ορεινής και ημιορεινής ζώνης. Μέσα σ' αυτό το βαρύ κλίμα, λίγο φως ρίχνει η μορφή του Ιωάννη Οικονόμου Λαρισαίου - Λογιωτάτου, γνωστού σήμερα από τον Κώδικά του με το πολύτιμο για τη Θεσσαλική ιστορία περιεχόμενο. Μέσα από τις σελίδες του παρακολουθούμε τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπισε η χριστιανική κοινωνία της Λάρισας από τα βαρύτατα χρέη που συσσώρευσε η σωστή εναλλαγή μητροπολιτών και η συμπεριφορά του μητροπολίτη Πολύκαρπου, που αργότερα επί Δράμαλη καρατομήθηκε.
Κατά τα τελευταία χρόνια πριν την εξέγερση του 1877 - 1878, παρατηρείται το φαινόμενο της συγκέντρωσης με μεγάλες αγορές ιδιοκτησιών (τσιφλικιών) των Τούρκων από Έλληνες της διασποράς εγκατεστημένους στην Κωνσταντινούπολη ή τις Παραδουνάβιες ηγεμονίες. Είναι το προοίμιο των γρήγορων και ληστρικών αγορών που έγιναν στην περίοδο των ετών 1880 - 1881 και αργότερα, και δημιουργήθηκε το σοβαρό Αγροτικό Ζήτημα στη Θεσσαλία, το οποίο ταλάνισε τον τόπο σχεδόν ως τις μέρες μας. Στην τελευταία περίοδο έγινε μια προσπάθεια από τους Οθωμανούς να εφαρμόσουν τις ισχύουσες - τύποις - νομοθετικές διατάξεις και συνέστησαν μικτά διοικητικά όργανα (Μεζλίσι), Εμποροδικεία με τη συμμετοχή και εκπροσώπων των Κοινοτήτων, των Επαρχιακών διοικήσεων και της Εκκλησίας. Στο χώρο της δικαιοσύνης επίσης προσπάθησαν να μειώσουν τις αυθαιρεσίες των δικαστών. Αλλά ήταν αργά. Η εξέγερση του 1877 - 1878 ήταν η ευρύτερη από τις προηγούμενες στο Θεσσαλικό χώρο. Ταυτόχρονα σε όλες τις επαρχιακές πόλεις της Λάρισας και στην ίδια τη Λάρισα, υπήρχαν μυημένοι από πριν τοπικοί παράγοντες, από τη Μυστική Αδελφική Ένωση και την Αδελφότητα αργότερα, οι οποίοι υποστήριζαν τον αγώνα με κάθε τρόπο. Η εξέγερση αυτή, στην οποία πλήρωσαν φόρο αίματος η Ραψάνη, η Αγιά, η Έλαφος, και κατά την οποία αρκετοί εθελοντές από την ελεύθερη Ελλάδα θυσιάστηκαν στον αγώνα για την απελευθέρωση, απέτυχε στο στρατιωτικό τομέα, αλλά συνέλαβε στην προβολή των διεκδικήσεων της Ελλάδας στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία. Τελικά τον Ιούνιο του 1880, υπογράφηκε η παραχώρηση του μεγαλύτερου τμήματος της Θεσσαλίας και της περιοχής της '¶ρτας στην Ελλάδα. Στις 31 Αυγούστου 1881, η Λάρισα υποδέχτηκε θριαμβευτικά τον Ελληνικό στρατό, όπως και η Αγιά την επομένη, 1η Σεπτεμβρίου, ημέρα έναρξης του πανηγυριού του Αγίου Αντωνίου. Η Τουρκοκρατία είχε λήξει κι ο κόσμος περίμενε με ελπίδες ένα καλύτερο μέλλον. Στον τομέα της Εκπαίδευσης και των Γραμμάτων ο 19ος αι. έχει να επιδείξει συγκριτικά με το 18ο αι. πολύ περισσότερα πράγματα. Σχεδόν κάθε χωριό έχει σχολείο των Κοινών Γραμμάτων. Αξιόλογοι δάσκαλοι εμφανίζονται και διδάσκουν. ¶ξιο παρατήρησης είναι ότι οι περισσότεροι δάσκαλοι είναι Ηπειρώτες, Μακεδόνες και ακολουθεί μια σειρά Τυρναβιτών, Λαρισαίων, Αγιωτών και Τρικαλινών. Το Ελληνικό Σχολείο του 1798 στη Λάρισα λειτούργησε ξανά, με ενδιάμεσες διακοπές από το 1810 μέχρι το 1830, και στη συνέχεια κανονικά. Στην Αγιά λειτουργεί από το 1842 τουλάχιστον, με πρώτο σχολάρχη το Νικόλαο Τσιγαρά, Ηπειρώτη. Ελληνικό Σχολείο λειτουργούσε από παλιά στον Τύρναβο. Αξιόλογο ήταν και το Σχολείο της Τσαριτσάνης. Των Αμπελακίων και της Ραψάνης, γνωστά από το 18ο αι. παρήκμασαν στη πρώτη εικοσαετία του 19ου αι. Από την πλευρά των Αλληλοδιδακτικών στην Αγιά ιδρύθηκε λίγο πριν το 1836. Στη Λάρισα, κατά τα έτη 1836 - 1837. Από την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο νέο Ελληνικό κράτος (1881) μέχρι το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο (1940).
Η Λάρισα, η μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη της Θεσσαλίας και κατά την περίοδο αυτή με 13.169 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του Φθινοπώρου του 1881, φυσικό επόμενο ήταν, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, να γίνει στρατιωτικό κέντρο, έδρα δικαστικών και διοικητικών αρχών, και να αποτελέσει πολύ γρήγορα ένα σημαντικό πόλο έλξης πληθυσμών από μακρινές και κοντινές περιοχές.
Ο δρόμος για τη δημιουργία μιας ανθρώπινης πόλης δεν ήταν καθόλου εύκολος. Παρά τις δυσκολίες η πόλη αρχίζει να κινείται. Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα είναι ο «Ελληνικός Αγροτικός Σύλλογος» του έτους 1884, με στόχους την προαγωγή της Ελληνικής Γεωργίας, την εξάπλωση νέων καλλιεργειών, την εισαγωγή της μηχανικής καλλιέργειας. Οι προθέσεις ήταν καλές, αλλά οι αγρότες στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν κολίγοι των μεγαλοϊδιοκτητών γης, χωρίς δική τους δηλ. γη, αναγκαία προϋπόθεση για τέτοιου είδους ανάπτυξη.
Ο εικοστός αιώνας άρχιζε φορτωμένος με όλα τα προβλήματα που του κληροδότησε η τελευταία εικοσαετία. Οι πνευματικοί άνθρωποι της Θεσσαλίας πήραν ενεργό ρόλο στο ζήτημα που ήταν και το κυρίαρχο. Το Αγροτικό. Ωστόσο τα νομοσχέδια «Περί Μορτής» πολύ απείχαν από το να δίνουν τις αναγκαίες λύσεις και μάλιστα σε περίοδο που στη Θεσσαλία και στο νομό της Λάρισας εγκαταστάθηκε μεγάλος αριθμός προσφύγων από την Ανατολική Ρωμυλία, γεγονός που επιδείνωνε την κατάσταση και απαιτούσε ριζικά μέτρα για την αποκατάσταση και αυτών μαζί με τους λοιπούς Θεσσαλούς αγρότες. Και ενώ οι ελπίδες των αγροτών της Θεσσαλίας και όχι μόνο εναποτέθηκαν στις καλές προθέσεις του Βενιζέλου, το ενδιαφέρον της Πολιτείας είχε στραφεί στις διεθνείς εξελίξεις. Η περίοδος αυτή (1914 - 1917) υπήρξε κρίσιμη για τη Θεσσαλία και ιδιαίτερα για τον κατά συντριπτική πλειοψηφία αγροτικό πληθυσμό της Λάρισας. Η μακροχρόνια στράτευση πολλών ανδρών στερούσε από τη Γεωργία τα εργατικά της χέρια. Την κατάσταση θα επιδεινώσει το πικρό τέλος του Μικρασιατικού Πολέμου, η Καταστροφή, η προσφυγιά. Ο Θεσσαλός Ν. Πλαστήρας θα επιταχύνει μετά το 1992 τα αργά βήματα προς την αποκατάσταση των αγροτών. Η διαδικασία που είχε αρχίσει, έδωσε μια κάποια λύση στο θέμα που καταταλαιπώρησε τη Θεσσαλία και, το νομό Λάρισας, ο οποίος διέθετε τα μεγαλύτερα και τα περισσότερα τσιφλίκια και επομένως κολίγους και ακτήμονες. Σ' αυτούς προστέθηκαν και Σαρακατσάνοι, που σταδιακά εγκατέλειπαν το νομαδικό βίο και, σχεδόν αναγκαστικά, την κτηνοτροφία, για να γίνουν μικροκτηνοτρόφοι και γεωργοί. Η Λάρισα, τα Φάρσαλα, η Ελασσόνα, η Αγιά και ο Τύρναβος με τις περιοχές του, ενισχύθηκαν πληθυσμιακά, παρά το ότι το μεγαλύτερο μερίδιο στην αύξηση του πληθυσμού το αποκόμισε η Λάρισα. Αυτή, από ένα μεγάλο και απλωμένο σε έκταση χωριό, μετατρεπόταν σταδιακά σε ένα αστικό κέντρο, έδρα των κάθε είδους Κρατικών Υπηρεσιών, καλών Σχολείων, Διδασκαλείου - Ακαδημίας αργότερα, Νοσοκομείου, Τραπεζών, κέντρο εμπορίου - αγορά και χώρο διασκέδασης. Σε μικρότερο βαθμό το ίδιο συμβαίνει και στα περιφερειακά κέντρα (Τύρναβος, Ελασσόνα, Αγιά, Φάρσαλα) που συγκρατούν τους πληθυσμούς τους και παρουσιάζουν μια συνεχή αυξητική τάση αποσπώντας πληθυσμούς από τα μικρά χωριά.
Η Λάρισα ήταν η πόλη με τις μεγαλύτερες ανάγκες: νέα ρυμοτομία, φωτισμός, νερό.
Η προσπάθεια άρχισε το 1911, ηλεκτροδοτήθηκε η πόλη κι άρχισαν να εκτελούνται έργα υδρεύσεως, τα οποία η πολεμική περίοδος διέκοψε και η αδιαφορία της Γαλλικής Εταιρίας Omnium καθυστέρησε μέχρι το 1927 - 1928, οπότε συστήθηκε Ανώνυμη Εταιρία Ηλεκτροφωτισμού και Ύδρευσης, που εξαγόρασε την Omnium και σύντομα έφερε σε πέρας το έργο της ύδρευσης και τελειοποίησε το δίκτυο του ηλεκτροφωτισμού. Ταυτόχρονα κάνουν την εμφάνισή τους αξιόλογες βιομηχανικές μονάδες (αλευρόμυλοι, υφαντουργεία, παγοποιεία, εργοστάσια υποδημάτων, ζαχαροπλαστικής, ποτοποιεία), αρκετά για να καλύψουν τις ανάγκες όχι μόνο της πόλης, αλλά και της περιφέρειας του νομού. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον οργανώθηκε μια κοινωνική ζωή που σταδιακά εγκατέλειπε τις παλιές συνήθειες κι αποκτούσε κάποια κοσμικά κέντρα, λέσχες, Ωδείο και μουσική ευρωπαϊκή αντί των αμανέδων, θέατρο, κινηματογράφο, ποδήλατα, τα πρώτα αυτοκίνητα, γραμμόφωνα και αργότερα ραδιόφωνα. Οι εφημερίδες των Αθηνών, του Βόλου, αλλά και οι τοπικές, αποτελούν με το περιεχόμενό τους τον καθημερινό κοινωνικό καθρέπτη, το οικονομικό και πολιτικό θερμόμετρο. Οι Σύλλογοι αποτελούν τους χώρους όπου πιστοποιείται η έξοδος από το σπίτι και η δραστηριοποίηση μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Τα χρόνια αυτά στην ίδια τροχιά, αν και πιο αργά, κινούνται ο Τύρναβος, η Αγιά, τα Φάρσαλα κι αργότερα, μετά τα τέλη του 1912, η Ελασσόνα. Προσπάθειες να βελτιωθεί η ζωή σκοντάφτουν στις εγγενείς δυσκολίες της παραγωγής (γεωργικός κλήρος ελάχιστος, μικρή απόδοση καλλιεργειών, ανύπαρκτη βιοτεχνία - βιομηχανία). Οι τοπικοί παράγοντες εξασφαλίζουν στους κατοίκους μέσα στη δεκαετία 1920 - 1930 ηλεκτρισμό και στοιχειώδες δίκτυο ύδρευσης και γι' αυτό έμειναν στη μνήμη των κατοίκων πολλά χρόνια και μνημεία προς τιμή των τους συσταίνουν στους νεότερους. Εμφανίζονται και στα Επαρχιακά Κέντρα (Τύρναβος, Αγιά, Ελασσόνα) εφημερίδες με ποικίλη θεματολογία, στις σελίδες των οποίων αποτυπώνεται η αγωνία της Επαρχίας αυτής της περιόδου. Θα έλεγε δίκαια κανείς ότι ελάχιστα, από όσα μπορούσαν να γίνουν, έγιναν μέσα στα 60 αυτά χρόνια, για να διαφοροποιηθεί το τοπίο σε όλες του τις διαστάσεις. Τη δραματική αυτή κατάσταση ήρθε να επιδεινώσει η δεκαετία του '40 και να επισφραγίσει η τρομακτική σε μέγεθος φυγή των πληθυσμών προς τα αστικά κέντρα ή τις ξένες χώρες.
Κοινό τόπο για τους ερευνητές αποτελεί η διαπίστωση, πως τα πρωταρχικά χαρακτηριστικά του ελληνικού παραδοσιακού πολιτισμού - ήδη ανιχνεύσιμα κατά την Ύστερη Αρχαιότητα - αποκρυσταλλώθηκαν στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Μέσα σε έναν μόλις αιώνα (τέλη 17ου - τέλη 18ου αι.) είναι ήδη διακριτή η διαφορά στον τρόπο ζωής σε κεφαλοχώρια και σε πόλεις - όπως τα Αμπελάκια, ο Τύρναβος, η Τσαριτσάνη, η Ραψάνη, το Μεγαλόβρυσο, το Μεταξοχώρι - που ξαφνικά βρέθηκαν συμμέτοχα της διαδικασίας εκβιομηχάνισης της υφαντουργίας στην Ευρώπη, με την εμπλοκή τους στο εμπόριο νημάτων και υφασμάτων. Από την άλλη μεριά, με πολύ πιο αργούς ρυθμούς άλλαξε η ζωή των ανθρώπων, για τους οποίους η γεωργία αποτελούσε για αιώνες την κύρια παραγωγική δραστηριότητα. Τελευταίες δέχθηκαν τις αλλαγές οι κλειστές πολιτισμικές ομάδες των νομάδων κτηνοτρόφων - κυρίως των Σαρακατσάνων. Οι πρόσφυγες που συνέρευσαν στην περιοχή του νομού Λάρισας στις δύο πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας από την Ανατολική Ρωμυλία, την Καππαδοκία και την Μ. Ασία, κατάφεραν να ενταχθούν στην καινούργια τους πατρίδα, παρά τις αρχικές δυσκολίες. Σήμερα, παρά την αδιαμφισβήτητη ομοιογένεια του τρόπου ζωής, είναι αξιομνημόνευτη η ενάργεια, με την οποία, όσοι αποτελούν το μόνιμο πληθυσμό του νομού Λάρισας, επιμένουν να αυτοπροσδιορίζονται σαν ντόπιοι - που στα πεδινά εννοούνται σαν γκαραγκούνηδες - βλάχοι, σαρακατσάνοι, πρόσφυγες, παρά το γεγονός ότι η συνοχή και η κοινότητα που υπαινίσσονται αυτές οι διακρίσεις ανήκει, το περισσότερο, στη μνήμη που τους παραδόθηκε ως οικεία συνείδηση. Οι μόνοι που πράγματι εμφανίζονται διαφοροποιημένοι, παρά τις όποιες παραχωρήσεις στο κυρίαρχο πολιτισμικό πλαίσιο είναι οι τσιγγάνοι. Κοινό τόπο για τους ερευνητές αποτελεί η διαπίστωση, πως τα πρωταρχικά χαρακτηριστικά του ελληνικού παραδοσιακού πολιτισμού - ήδη ανιχνεύσιμα κατά την Ύστερη Αρχαιότητα - αποκρυσταλλώθηκαν στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Μέσα σε έναν μόλις αιώνα (τέλη 17ου - τέλη 18ου αι.) είναι ήδη διακριτή η διαφορά στον τρόπο ζωής σε κεφαλοχώρια και σε πόλεις - όπως τα Αμπελάκια, ο Τύρναβος, η Τσαριτσάνη, η Ραψάνη, το Μεγαλόβρυσο, το Μεταξοχώρι - που ξαφνικά βρέθηκαν συμμέτοχα της διαδικασίας εκβιομηχάνισης της υφαντουργίας στην Ευρώπη, με την εμπλοκή τους στο εμπόριο νημάτων και υφασμάτων. Από την άλλη μεριά, με πολύ πιο αργούς ρυθμούς άλλαξε η ζωή των ανθρώπων, για τους οποίους η γεωργία αποτελούσε για αιώνες την κύρια παραγωγική δραστηριότητα. Τελευταίες δέχθηκαν τις αλλαγές οι κλειστές πολιτισμικές ομάδες των νομάδων κτηνοτρόφων - κυρίως των Σαρακατσάνων. Οι πρόσφυγες που συνέρευσαν στην περιοχή του νομού Λάρισας στις δύο πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας από την Ανατολική Ρωμυλία, την Καππαδοκία και την Μ. Ασία, κατάφεραν να ενταχθούν στην καινούργια τους πατρίδα, παρά τις αρχικές δυσκολίες. Σήμερα, παρά την αδιαμφισβήτητη ομοιογένεια του τρόπου ζωής, είναι αξιομνημόνευτη η ενάργεια, με την οποία, όσοι αποτελούν το μόνιμο πληθυσμό του νομού Λάρισας, επιμένουν να αυτοπροσδιορίζονται σαν ντόπιοι - που στα πεδινά εννοούνται σαν γκαραγκούνηδες - βλάχοι, σαρακατσάνοι, πρόσφυγες, παρά το γεγονός ότι η συνοχή και η κοινότητα που υπαινίσσονται αυτές οι διακρίσεις ανήκει, το περισσότερο, στη μνήμη που τους παραδόθηκε ως οικεία συνείδηση. Οι μόνοι που πράγματι εμφανίζονται διαφοροποιημένοι, παρά τις όποιες παραχωρήσεις στο κυρίαρχο πολιτισμικό πλαίσιο είναι οι τσιγγάνοι. Εμφανίζονται και στα Επαρχιακά Κέντρα (Τύρναβος, Αγιά, Ελασσόνα) εφημερίδες με ποικίλη θεματολογία, στις σελίδες των οποίων αποτυπώνεται η αγωνία της Επαρχίας αυτής της περιόδου. Θα έλεγε δίκαια κανείς ότι ελάχιστα, από όσα μπορούσαν να γίνου, έγιναν μέσα στα 60 αυτά χρόνια, για να διαφοροποιηθεί το τοπίο σε όλες του τις διαστάσεις. Τη δραματική αυτή κατάσταση ήρθε να επιδεινώσει η δεκαετία του '40 και να επισφραγίσει η τρομακτική σε μέγεθός φυγή των πληθυσμών προς τα αστικά κέντρα ή τις ξένες χώρες. |
|
Ο Νομός Λάρισας
|
|